Pages

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Ο απροσκύνητος ταγ/χης Κωνσταντίνος Βερσής


Ο ταγματάρχης του πυροβολικού Κωνσταντίνος Βερσής τίναζε τα μυαλά του στον αέρα, για να μην παραδώσει τα πυροβόλα του στον Γερμανό εισβολέα. Η φήμη για το συνταρακτικό αυτό γεγονός κυκλοφόρησε με ταχύτητα αστραπής ανάμεσα στον διαλυόμενο ελληνικό στρατό και γέννησε ιερό δέος στις ψυχές των χθεσινών νικητών.
Ο ταγματάρχης του πυροβολικού Κωνσταντίνος Βερσής τίναζε τα μυαλά του στον αέρα, για να μην 
παραδώσει τα πυροβόλα του στον Γερμανό εισβολέα. Η φήμη για το συνταρακτικό αυτό γεγονός 
κυκλοφόρησε με ταχύτητα αστραπής ανάμεσα στον διαλυόμενο ελληνικό στρατό και γέννησε ιερό
 δέος στις ψυχές των χθεσινών νικητών.

Στις 23 Απριλίου 1941 υπογραφόταν στην Θεσσαλονίκη, από τον αντιστράτηγο Τσολάκογλου, τον Γερμανό στρατάρχη Γιόλντ και τον Ιταλό στρατηγό Φερέρο το 3ο πρωτόκολλο ανακωχής, υπό τον τίτλο Σύμβασις Συνθηκολογήσεως.
Το άρθρο 4 προέβλεπε τα ακόλουθα:
Τα όπλα, άπαν το πολεμικόν υλικόν και τα αποθέματα της στρατιάς ταύτης, συμπεριλαμβανομένου και του αεροπορικού υλικού, ως και αι επίγειοι εγκαταστάσεις της αεροπορίας είναι λεία πολέμου. Στο δε άρθρο 5 διαβάζουμε μεταξύ άλλων: Η Ανωτάτη Διοίκησις των ελληνικών στρατευμάτων θα φροντίση, με παν μέσον, όπως παύση πάσα καταστροφή ή εκμηδένισις πολεμικού υλικού και προμηθειών...
Ιδού πώς περιγράφει το συμβάν ο Μάνος Κατράκης που το έζησε: "Υπηρέτησα κατά τον πόλεμο του 1940-41 στο Ά Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού ως στρατιώτης, με λοχαγό τον Τζακ Κατσόγιαννο και διοικητή μοίρας τον ταγματάρχη Βέρση... Προς το τέλος του πολέμου, η πυροβολαρχία μας ήταν ταγμένη έξω από το Αργυρόκαστρο προς Τεπελένι, στ' αριστερά του Αώου ποταμού. Επέστρεφα έφιππος στη μονάδα μου από τα Γιάννενα, όπου είχα πάει με ειδική αποστολή του λοχαγού, όταν, περνώντας από το αλβανικό χωριό Καλοκαρατζή, σκέφτηκα να χαιρετήσω τον φίλο μου και συγγραφέα Άγγελο Τερζάκη, που υπηρετούσε ως γραφέας στη διοίκηση του Αρχηγείου Πυροβολικού. "Είπαμε για λίγο τα δικά μας, αποχαιρετηθήκαμε κι ενώ έφευγα καβάλα στο άλογό μου, ο Άγγελος με φώναξε να γυρίσω πίσω. Ζύγωσα πάλι κοντά, μ' ανάγκασε να σκύψω και ψιθυριστά μου εμπιστεύθηκε το μεγάλο μυστικό: Έχουμε λάβει διαταγή για γενική υποχώρηση, θα κοινοποιηθεί εντός της ημέρας. "Έμεινα άναυδος να τον κοιτάζω... Χωρίσαμε δακρυσμένοι και σιωπηλοί... Στα Γιάννενα πήραμε διαταγή να παραδώσουμε τον οπλισμό μας. Εκατοντάδες στρατιώτες και αξιωματικοί πετούσαν κατά γης τα όπλα κι έφευγαν δρομέως. Σωροί από κάρα, πυροβόλα, κάθε λογής εφόδια και ό,τι δυσκόλευε την πορεία της επιστροφής, εγκαταλείπονταν από ΄δω και από κεί... Μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα, κάποια στιγμή, μια δυνατή φωνή ξεχώρισε να καλεί όσους ήμασταν του πρώτου Πεδινού. Ήταν ο ταγματάρχης μας Βερσής. Όσοι είχαμε μείνει, μαζευτήκαμε γύρω του. Τότε, εκείνος, ρίχνοντας μια ματιά σε όλους, σαν να ήθελε να μας αγκαλιάσει, είπε, ενώ τον έπνιγε η συγκίνηση: Παιδιά μου, προδοθήκαμε. Κάναμε το χρέος μας. Φεύγω από κοντά σας, υπερήφανος για σας. Καλή πατρίδα, καλή λευτεριά! "Έφυγε αργά πάνω στο άλογό του, αφήνοντας μας βουβούς και σκυθρωπούς. Δεν πέρασε λίγη ώρα και από τη μεριά του ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ο ταγματάρχης δεν άντεξε την ντροπή". (Κωνσταντίνα Χατζηπατέρα και Μαρίας Φαφαλιού: "Μαρτυρίες '40-'41", Β' έκδοση, σελ. 375). Όπως θα δούμε στη συνέχεια, το τελευταίο σημείο της μαρτυρίας του Κατράκη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, δεν υπήρξε απλώς ένας πυροβολισμός, αλλά ένα τελετουργικό θυσίας, πρωτοφανές στα ελληνικά πολεμικά χρονικά. Την ίδια μοιραία ημέρα ο ταγματάρχης του πυροβολικού Κωνσταντίνος Βερσής τίναζε τα μυαλά του στον αέρα, για να μην παραδώσει τα πυροβόλα του στον Γερμανό εισβολέα. Η φήμη για το συνταρακτικό αυτό γεγονός κυκλοφόρησε με ταχύτητα αστραπής ανάμεσα στον διαλυόμενο ελληνικό στρατό και γέννησε ιερό δέος στις ψυχές των χθεσινών νικητών.

Ο ταγματάρχης του πυροβολικού Κωνσταντίνος Βερσής.
Ιδού πώς περιγράφει το συμβάν ο Μάνος Κατράκης που το έζησε:
"Υπηρέτησα κατά τον πόλεμο του 1940-41 στο Ά Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού ως στρατιώτης, με λοχαγό τον Τζακ Κατσόγιαννο και διοικητή μοίρας τον ταγματάρχη Βέρση... Προς το τέλος του πολέμου, η πυροβολαρχία μας ήταν ταγμένη έξω από το Αργυρόκαστρο προς Τεπελένι, στ' αριστερά του Αώου ποταμού. Επέστρεφα έφιππος στη μονάδα μου από τα Γιάννενα, όπου είχα πάει με ειδική αποστολή του λοχαγού, όταν, περνώντας από το αλβανικό χωριό Καλοκαρατζή, σκέφτηκα να χαιρετήσω τον φίλο μου και συγγραφέα Άγγελο Τερζάκη, που υπηρετούσε ως γραφέας στη διοίκηση του Αρχηγείου Πυροβολικού.
"Είπαμε για λίγο τα δικά μας, αποχαιρετηθήκαμε κι ενώ έφευγα καβάλα στο άλογό μου, ο Άγγελος με φώναξε να γυρίσω πίσω. Ζύγωσα πάλι κοντά, μ' ανάγκασε να σκύψω και ψιθυριστά μου εμπιστεύθηκε το μεγάλο μυστικό:
Έχουμε λάβει διαταγή για γενική υποχώρηση, θα κοινοποιηθεί εντός της ημέρας.
"Έμεινα άναυδος να τον κοιτάζω... Χωρίσαμε δακρυσμένοι και σιωπηλοί... Στα Γιάννενα πήραμε διαταγή να παραδώσουμε τον οπλισμό μας. Εκατοντάδες στρατιώτες και αξιωματικοί πετούσαν κατά γης τα όπλα κι έφευγαν δρομέως. Σωροί από κάρα, πυροβόλα, κάθε λογής εφόδια και ό,τι δυσκόλευε την πορεία της επιστροφής, εγκαταλείπονταν από ΄δω και από κεί...
Μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα, κάποια στιγμή, μια δυνατή φωνή ξεχώρισε να καλεί όσους ήμασταν του πρώτου Πεδινού. Ήταν ο ταγματάρχης μας Βερσής. Όσοι είχαμε μείνει, μαζευτήκαμε γύρω του. Τότε, εκείνος, ρίχνοντας μια ματιά σε όλους, σαν να ήθελε να μας αγκαλιάσει, είπε, ενώ τον έπνιγε η συγκίνηση:
Παιδιά μου, προδοθήκαμε. Κάναμε το χρέος μας. Φεύγω από κοντά σας, υπερήφανος για σας. Καλή πατρίδα, καλή λευτεριά!
"Έφυγε αργά πάνω στο άλογό του, αφήνοντας μας βουβούς και σκυθρωπούς. Δεν πέρασε λίγη ώρα και από τη μεριά του ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ο ταγματάρχης δεν άντεξε την ντροπή". (Κωνσταντίνα Χατζηπατέρα και Μαρίας Φαφαλιού: "Μαρτυρίες '40-'41", Β' έκδοση, σελ. 375).
Όπως θα δούμε στη συνέχεια, το τελευταίο σημείο της μαρτυρίας του Κατράκη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, δεν υπήρξε απλώς ένας πυροβολισμός, αλλά ένα τελετουργικό θυσίας, πρωτοφανές στα ελληνικά πολεμικά χρονικά.
 Ο ταγματάρχης του πυροβολικού Κωνσταντίνος Βέρσης τίναζε τα μυαλά του στον αέρα, για να μην παραδώσει τα πυροβόλα του στον Γερμανό εισβολέα. Η φήμη για το συνταρακτικό αυτό γεγονός κυκλοφόρησε με ταχύτητα αστραπής ανάμεσα στον διαλυόμενο ελληνικό στρατό και γέννησε ιερό δέος στις ψυχές των χθεσινών νικητών.

Κατέστρεψε τα πυροβόλα
Πριν όμως παρουσιάσουμε το τελετουργικό, θα επικαλεσθούμε και τη μαρτυρία του Αγγέλου Τερζάκη, που δεν ήταν, βέβαια, παρών στο περιστατικό, αλλά το πληροφορήθηκε από στόμα σε στόμα:
"Με πεισματωμένη πίκρα, πένθιμα, γράφει ο Τερζάκης, στην "Ελληνική Εποποιία", οι νικητές της Ιταλίας άρχιζαν να παρελαύνουν σε μακρυές θεωρίες από τους τόπους όπου τους είχαν ορίσει να παραδώσουν τον οπλισμό τους, να πετάνε χάμου, σε σωρούς, σαν παλιοσίδερα, τα τιμημένα όπλα τους. Ένας νέος, λεβέντης πυροβολάρχης, έξω από τα Γιάννενα, τίναξε, την ώρα εκείνη, τα μυαλά του πάνω στα κανόνια του". ("Ελληνική Εποποιία 1940-41", Β' έκδοση, σελ. 222).
Σ' αυτό το βιβλίο του , ο Τερζάκης δεν κατονομάζει - κακώς - των πυροβολάρχη. Στον "Απρίλη" του όμως δεν παραλείπει να τον κατονομάσει:
"Η διαταγή ήρθε πρωί-πρωί να παραδώσουμε τον οπλισμό μας. Ήμασταν αιχμάλωτοι. Κατά το μεσημέρι, την ώρα που παραδίδονταν στους Γερμανούς τα πυροβόλα, αυτοκτόνησε ο ταγματάρχης Βερσής και δύο λοχίες. Είχανε κρατήσει τον όρκο πως ο πυροβολητής πεθαίνει πάνω στο πυροβόλο του, αλλά δεν το εγκαταλείπει". ("Απρίλης", Γ' έκδοση, σελ. 178).
Στο σημείο αυτό, θα παρουσιάσουμε το τελετουργικό της θυσίας, όπως το περιγράφει ο υποστράτηγος Ι. Α. Βερνάρδος:
"Το V Σύνταγμα Πυροβολικού παρέδωσε τα πυροβόλα και τον οπλισμό του εις το χωρίον Σταυράκι. Η ταχύπτερος φήμη έφερε μέχρις ημών την νύκτα της επομένης, ότι ο ταγματάρχης πυροβολικού Βερσής Κωνσταντίνος, διοικητής μοίρας πυροβολικού, ετίμησε, κατά τρόπον μεγαλειώδη, το υπερήφανον όπλον του. Όταν, δηλαδή, έλαβε την διαταγή να παραδώση τα πυροβόλα του, συνεκέντρωσεν τους άνδρας της μοίρας του με μέτωπον προς νότον, προς την αιώνιαν Ελλάδα. Διέταξε και πάντες έψαλαν τον Εθνικό μας Ύμνον, και κατόπιν, αφού ησπάσθη τα πυροβόλα του, έδωσε διαταγήν και τα συνέτριψαν με δυναμίτιδα. Κι ενώ ακόμη το έδαφος εσείετο από τας εκρήξεις, ο Βερσής, στηρίξας το περίστροφόν του εις τον δεξιόν του κρόταφον, ηυτοκτόνησε". (Ι.Α. Βερνάρδου "Τρεμπεσίνα", σελ. 176. Εκδόσεις Ν. Αλικιώτης και Υιοί).
Η περιγραφή αυτή του Βερνάρδου θεωρείται έγκυρη γιατί στηρίζεται στην επίσημη ιστορία του στρατού (Δ.Ι.Σ. Φ.641). Αλλά και όσοι άλλοι ασχολήθηκαν με το θέμα, παραπέμπουν στην ίδια πηγή. Στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" διαβάζουμε:
"Την ίδια μέρα, ο αγώνας της Ελλάδος σημαδεύτηκε από την πράξη ενός μαχητή στο μέτωπο, που συμβόλιζε το δράμα της χώρας μας και του λαού της. Στη σχετική με τη δράση του Α' Σώματος Στρατού έκθεση αναγράφεται: Ο ταγματάρχης του Πυροβολικού Βερσής, διαταχθείς υπό των Γερμανών να παραδώση τα πυροβόλα της μοίρας του, αφού συνεκέντρωσε ταύτα και τους απέδωκε τιμάς, ηυτοκτόνησε, ενώ η μοίρα του έψαλλε τον Εθνκόν Ύμνον". ("Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", τόμος ΙΕ', σελ. 451. Εκδοτική Αθηνών).
Αξιοπρόσεκτη είναι επ' αυτού η άποψη του Μανόλη Ανδρόνικου, ο οποίος, με βάση ην ίδια πηγή (Δ.Ι.Σ. Φ. 641), αναφέρεται στο συμβάν και σημειώνει:
"Δεν νομίζω, πως ο ταγματάρχης Βερσής ήταν ήρωας, όπως δεν ήταν ήρωες ούτε ο Λευτέρης Αναστασιάδης, που έχασε τα πόδια του στην Αλβανία και τη ζωή του ύστερα στην Αθήνα, ούτε ο Ηλίας ο Καπέσης κι ο Σωκράτης ο Διορινός που στήθηκαν μπροστά στο γερμανικό απόσπασμα... Κάποτε, στη ζυγαριά δεν βαραίνουν μήτε η ζωή μήτε ο θάνατος, όσο βαραίνει κάτι άλλο, αυτό που λέμε ανθρωπιά, αξιοπρέπεια, χρέος, τιμή, λευτεριά". (Εφ. Το Βήμα 1-4-81).
Αν ο Βερσής δεν υπήρξε ήρωας με τη θυσία του - όπως πίστευε ο Ανδρόνικος - στάθηκε ήρωας με τη δράση του στους πολέμους όπου έλαβε μέρος: Τον Μικρασιατικό και τον Ελληνοϊταλικό.
Κατά τον Μικρασιατικό πόλεμο, βροχή πέφτουν οι προτάσεις των ανωτέρων του για την απονομή αριστείων και εύφημου μνείας στον Βερσή. Ενδεικτικώς αναφέρουμε τις ακόλουθες:
1) "Ημερησία Διαταγή 7ης Πυροβολαρχίας 3ης Μεραρχίας Γ.Σ.Π.Π. 1 Μαρτίου 1922. Ανθυπολοχαγόν Βερσήν Κωνταντίνον προτείνω, ίνα τω απονεμηθή το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας, διότι κατά το εγχείρημα της 1ης Μαρτίου επί του λόφου Κατραλή, παρά τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού και το γεγονός ότι διά πρώτην φοράν εβαπτίζετο εις το πυρ, επέδειξεν ζηλευτήν ευψυχίαν, ωραίον θάρρος, απόλυτον αφοσίωσιν προς το καθήκον και περιφρόνησιν προς τον κίνδυνον. Π. Μοσχοβίτης".
2) "Ημερησία Διαταγή Μεραρχίας 6 Μαρτίου 1922. Ποιούμαι εύφημον μνείαν του ανθυπολοχαγού Κ. Βερσή, διότι κατά την υπό του τμήματος πεζικού γενομένην επιδρομήν την 4ην ώραν της 1ης Μαρτίου προς υφαρπαγήν του έναντι του λόφου Κατραλή εχθρικού φυλακίου, κατέβαλεν ζηλευτήν προσπάθειαν διά την πλήρη επιτυχίαν της ενεργηθείσης επιδρομής, αιχμαλωτισθείσης απάσης της δυνάμεως του εχθρικού φυλακίου υπό του ανθυπολοχαγού Βερσή Κωνσταντίνου".
"Απόσπασμα Ημερησίας Διαταγής Γ.Σ.Π.Π. 13-5-1922. Ποιούμαι εύφημον μνείαν του ανθυπολοχαγού Βερσή Κ., διότι, υπό την προστασίαν ολίγων μόνον ανδρών του πεζικού, μετέβη δι' αναγνώρισιν, κατ' επανάληψιν, προς Κεϋπλού, προχωρήσας περί τα δύο χιλιόμετρα εκτός των γραμμών μας και πλησιάσας το χωρίον τούτο... Καίτοι δε εβλήθησαν δραστικούς υπό εχθρικού πεζικού, αψηφών προφανή κίνδυνον της ζωής αυτού και πιθανήν αιχμαλωσίαν, εξετέλεσεν βολήν εναντίον Κεϋπλού και διαφόρων άλλων στόχων, εξαναγκάσας τον εχθρόν να εκκενώσει εκ νέου το Κεϋπλού και να εγκατάλειψη τας θέσεις του. Προτείνω ίνα διαμνημονευθή εις την ημερησίαν διαταγήν της Μεραρχίας. Ο Διοικητής του Συντάγματος Γαρέζος Ιωάννης".



Έλληνες πυροβολητές χορεύουν γύρω από το πυροβόλο τους!
Αυτοθυσία και ηρωισμός Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, ταγματάρχης πλέον ο Βερσής, συνεχίζει να δείχνει, στο πεδίο της μάχης, τα σπάνια επαγγελματικά και ψυχικά του χαρίσματα, όπως αποδεικνύεται από την ακόλουθη ημερησία διαταγή: "Α' Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού. Ημερησία Διαταγή Αξιωματικών Συντάγματος της 25ης Απριλίου 1941. Τον ταγματάρχην Βερσήν Κωνσταντίνον προτείνω δια την προαγωγήν εις ανώτερον βαθμόν διότι, διοικητής της 1ης Μοίρας τυγχάνων, α) Κατά την κλιμάκωσιν των πυροβολαρχιών του από του 17ου χιλιομέτρου βορείως Αργυροκάστρου, ήτοι επί των θέσεων Παλαιοκάστρας - Αργυροκάστρου - Βλαχοκοράντζι, από 16 έως 20 Απριλίου 1941, επεδείξατο εξαιρετικήν ψυχραιμίαν, θάρρος και αυτοθυσίαν, συντελέσας διά των πυρών της Μοίρας του να επιφέρη μεγάλας απωλείας εις τον εχθρόν και να επιβραδύνη αυτόν, ώστε η απαγκίστρωσις των Συνταγμάτων της 8ης Μεραρχίας να γίνη κανονικώς και άνευ απωλειών. β) Διότι, τάξας την Μοίραν του εις λίαν προωθημένην θέσιν εις περιοχήν Κακαβιάς, με εντολήν αντιαρματικήν και αμέσου υποστηρίξεως δι' αντίστασιν μέχρις εσχάτων, επεδείξατο ψυχραιμίαν αξιοθαύμαστον, αυτοθυσίαν και ηρωισμόν, συντελέσας διά των πυρών της Μοίρας του εις επιβράδυνσιν του προελαύνοντος εχθρού και ανακατάληψιν απολεσθέντος σημείου στηρίξεως, παρά το ζωηρότατον και συνεχές πυρ της εχθρικής αεροπορίας, πυροβολικών και αυτομάτων όπλων, διακινδυνεύσας πολλάκις. Ούτος, μη ανεχθείς παράδοσιν εις τον εχθρόν των πυροβόλων του, ηυτοκτόνησεν την 23ην Απριλίου παρά το 7ον χιλιόμετρον νοτίως Ιωαννίνων, εις ύψος Πεδινής -Ραψίστας. Ο Διοικητής του Συντάγματος Δ. Ραζής, αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού". Από "Έκθεσιν" για τη δράση του Βερσή, που συνέταξε, στις 10 Δεκεμβρίου 1941, ο διοικητής πυροβολικού της 3ης Μεραρχίας Αλέξανδρος Ασημακόπουλος, παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα: "Κατά την διάρκειαν της 15ημέρου μάχης του Καλπακίου, το παρατηρητήριόν του (Ασόνιτσα) ήτο βληματοδόχη. Παρέμεινε ψύχραιμος, διευθύνων τον αγώνα της μοίρας του, καίτοι από απόψεως προσωπικής ασφαλείας δεν ήτο οργανωμένον το παρατηρητήριόν του (μικρά οπή προ της στρατιωτικής οφρύος του ορεινού όγκου, τελείως ασκεπής). Τον εύρισκα, οσάκις μετέβαινα ίνα τον ίδω εκ του πλησίον, βρεχόμενον εντός της λασπώδους οπής εις την οποίαν την πρωίαν, προ της χαραυγής, εισήρχετο και εξήρχετο το εσπέρας, διότι πάσα επικοινωνία με, προς φιλίας γραμμάς, κλιτύς του ορεινού όγκου προυκάλει πυρά του εχθρικού πυροβολικού. "Το πέριξ του παρατηρητηρίου του έδαφος ήτο ωσεί κεντημένον από τας διαρρήξεις του εχθρικού πυροβολικού και κατά την διάρκειαν της ως άνω μάχης (Νοέμβριος 1940) έβρεχε σχεδόν καθημερινώς. Το παρατηρητήριόν του ήτο εις ύψος 1.100 μέτρα. Ο Βερσής ήτο ασθενής αλλά ουδέν παράπονον εξέφραζεν. "Κατά την μάχην ταύτην διελύθησαν, υπό μόνον των βολών του πυροβολικού, μια μεραρχία πεζικού του εχθρού και μια μηχανοκίνητος, χωρίς να κατορθώσωσι να λάβωσι στενήν επαφήν, ουδέ να επιτεθώσι κατά της φιλίας τοποθεσίας αμύνης. Η μοίρα του, διά των εύστοχων και επικαίρων βολών, συνετέλεσε τα μέγιστα εις την νίκην ταύτην. "Από της αναλήψεως της επιθέσεως και της καταδιώξεως του εχθρού, η μοίρα ην διοικούσε, πρώτη εξήλθε της φιλίας τοποθεσίας και ο γενναίος ενθουσιώδης πατριώτης ταγματάρχης Βερσής διεκινδύνευε μεταξύ των πρώτων, ζωντανόν παράδειγμα αφοσιώσεως εις το καθήκον". Πρωταγωνιστής στο Καλπάκι Τι προκύπτει από την "Έκθεση" αυτή του συνταγματάρχη Α. Ασημακόπουλου; Σαφώς προκύπτει, ότι ο Βερσής υπήρξε πρωταγωνιστής στη θρυλική μάχη του Καλπακίου, που έσωσε την τιμή των ελληνικών όπλων, χάρη στην ηγεσία της 8ης μεραρχίας, δηλ. τον στρατηγό Χαράλαμπο Κατσιμήτρο και τον αρχηγό πυροβολικού Π. Μαυρογιάννη, το Alter Ego του Κατσιμήτρου, όπως τον αποκαλεί ο καθηγητής Α. Τσουκανέλης, συγγραφέας του βιβλίου "Χαράλαμπος Κατσιμήτρος -Πρόμαχος της Ηπείρου". Σχετικά με την τελευταία πράξη της ζωής του Βερσή, υποστηρίχθηκε η άποψη, ότι ο ηρωικός ταγματάρχης, προκειμένου να περάσει στην αθανασία, είχε από πολλού σχεδιάσει την αυτοκτονία του και δεν ήταν μια απόφαση της στιγμής. Η άποψη αυτή καταρρίπτεται από επιστολή προς την οικογένεια του, που έγραψε ο Βερσής στις 15 Απριλίου 1941, ήτοι οκτώ ημέρες πριν θυσιαστεί. Για πρώτη φορά φέρνουμε στη δημοσιότητα την αποκαλυπτική αυτή επιστολή: "15 Απριλίου 1941. Αγαπητοί, με το σημερινό μου γράμμα σας επιστρέφω και την φωτογραφία της "Νίκης" της 22 Μαρτίου, που μου είχατε στείλει μαζί με άλλες εφημερίδες. Κρατήστε την γιατί με ενδιαφέρει ως ανάμνησις. Βρισκόμουν κι εγώ κάπου. "Οι Ούνοι του Βορρά, σπουδαίοι μιμηταί του Μουσολίνι... Σαν δεν ντράπηκαν να μας επιτεθούν κατά τέτοιο τρόπο, μετά τόσον καιρόν (μια λέξη δυσανάγνωστη). "Έχουμε καλοκαιρινές μέρες. Προχθές χιόνισε ψηλά και 2 - 3 μέρες βρέχει, αλλά τώρα πάλι καλοκαίρι. Ο Δρίνος, γείτονας μας, μας προσφέρει το θέαμα του σε βραδιές με φεγγάρι και με δένδρα που έχει στις όχθες του. Και λέει κανείς, γιατί δυο τρελοί να χαλάνε την ομορφιά της φύσεως χωρίς κανένα λόγο, παρά για να ικανοποιήσουν την βουλιμία τους... "Ο Σωτηράκης τι κάνει; Ήταν πολύ ωραίο το γράμμα του. Να φροντίζετε να μη κόβει την όρεξη του με πολλά γλυκά σε ακατάλληλες ώρες. Να τρώει μόνο σε ώρες που πρέπει και αφού φάγει όλο του το φαγητό πρώτα. Να μάθει να τρώει από όλα τα φαγητά, όπως όλοι εδώ οι στρατιώται, για να γίνει και αυτός ένας καλός στρατιωτάκος όταν μεγαλώσει. Ίσως να με συναντήσει ως στρατιώτης στο μέτωπο, καθώς πάμε, καμμιά φορά. Εις όλους τους δικούς μας χαιρετίσματα. Φιλιά, Κώστας". Από την ανάγνωση της επιστολής γίνεται αμέσως φανερό, πως δεν ευσταθεί η θεωρία, ότι ο Βερσής είχε προσχεδιάσει τη θεαματική έξοδο του από τη ζωή: α) Κρατήστε τη φωτογραφία -γράφει- γιατί με ενδιαφέρει ως ανάμνησις. β) Ίσως να με συναντήσει ως στρατιώτης στο μέτωπο καμιά φορά - κι εννοεί τον γιο του Σωτηράκη. γ) Η τρυφερότητα με την οποία μιλάει για τον Σωτηράκη, φανερώνει έναν πατέρα που ενδιαφέρεται ζωηρά για την υγεία και το μέλλον του παιδιού του. Αλλά αυτός ο σκληροτράχηλος στρατιώτης δεν είναι μόνο ένας τρυφερός πατέρας, έχει και μια ποιητική ψυχή, που συγκινείται από την ομορφιά της φύσης και πονάει βαθιά για την καταστροφή της. Ο Δρίνος, σε μια φεγγαρόλουστη βραδιά, τον συγκλονίζει, καθώς κυλάει τα νερά του ανάμεσα σε κατάφυτες όχθες, σε καιρό πολέμου!.. Η πολιτεία τίμησε τον ηρωικό πολεμιστή Κωνσταντίνο Βερσή με προτομές, στρατόπεδα, ηρώα και δρόμους. Τον ευαίσθητο Άνθρωπο Κωνσταντίνο Βερσή, τον ποιητή του Δρίνου, ποιος θα βρεθεί να τον τιμήσει;

πηγή

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Ο Απροσκύνητος Συνταγματάρχης Στυλιανός Καλμπουρτζής



Ένας άγνωστος ήρωας του πολέμου της Κύπρου το 1974, ο Συνταγματάρχης Πυροβολικού (αντιστράτηγος πλέον, μετά θάνατον) Στυλιανός Καλμπουρτζής δείχνει στους αιώνες τον δρόμο της τιμής στους διαδόχους του με την μαχητικότητα, την ευστροφία και εν τέλει την θυσία του στο μαρτυρικό νησί. 

Ο Συνταγματάρχης Πυροβολικού Καλμπουρτζής Στυλιανός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την 31η Ιανουαρίου 1921 από γονείς καταγόμενους από την Ανατολική Θράκη.

Την 17η Οκτωβρίου 1945, σε ηλικία 24 ετών, κατατάχθηκε στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις για τριετή εθελοντική υπηρεσία.Την 1η Ιανουαρίου 1947 προήχθηκε στο βαθμό του Λοχία και την 28η Αυγούστου 1947 προήχθηκε επ ανδραγαθία στο βαθμό του Επιλοχία και του απονεμήθηκε το Πολεμικό Μετάλλιο Ανδρείας.

Την 1η Μαρτίου 1949 εισήχθηκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε την 17η Αυγούστου 1950 και κατατάγηκε στο πεζικό.Την 28η Αυγούστου 1950 ορκίστηκε Ανθυπολοχαγός και την 18η Αυγούστου 1952 προήχθηκε στο βαθμό του Υπολοχαγού. Ο ορισμός του Έλληνα "μπαρουτοκαπνισμένου" αξιωματικού.

Τον Ιούλιο του 1955 παντρεύτηκε την Βαία Γεωργίου Τσαούση με την οποία απέκτησε δύο θυγατέρες.

Την 1η Δεκεμβρίου 1958 μετατάχθηκε στο Πυροβολικό και την 28η Απριλίου 1959 προήχθηκε στο βαθμό του Λοχαγού.Την 18η Αυγούστου 1963 προήχθηκε κατ' εκλογή στο βαθμό του Ταγματάρχη.Την 18η Αυγούστου 1966 προήχθηκε κατ' εκλογή στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Τον Αύγουστο του 1972 μετατέθηκε στη Κύπρο και ανέλαβε Διοικητής της 181 ΜΠΠ η οποία είχε την έδρα της στο χωρίο Τρίκωμο της επαρχίας Αμμοχώστου.

Πολύ πριν την έναρξη των επιχειρήσεων, η 181 ΜΠΒ, που διοικούσε, είχε αποκτήσει τη φήμη μιας από τις πιο αξιόμαχες μονάδες της Εθνικής Φρουράς. Η οργάνωσή της σε όλα τα επίπεδα, η στελέχωσή της με ικανούς και έμπειρους βαθμοφόρους, η άρτια εκπαίδευση των ανδρών της μοίρας, καθως και η πρωτοκαθεδρία της στα αποτελέσματα των ασκήσεων που συμμετείχε, είναι μόνο μερικά αλλά αρκετά για να συνειδητοποιήσουμε ποια ήταν η συνεισφορά της στην άμυνα της Κύπρου.

Κατά τη διάρκεια του κινήματος-πραξικοπήματος που ανέτρεψε πρόσκαιρα τον Μακάριο, η μοίρα διατάχθηκε να κινηθεί από το μέρος που στρατοπέδευε στο Τρίκωμο, προς την Λευκωσία, με σκοπό την ενίσχυση των κινηματιών που κατευθύνονταν από την "αόρατο" δικτάτορα, Δ.Ιωαννίδη.

Τα γεγονότα όμως πρόλαβαν την 181 ΜΠΒ πριν αυτή εμπλακεί στις αδελφοκτόνες συγκρούσεις μιας και οι πραξικοπηματίες κατάφεραν να έχουν τον έλεγχο της Λευκωσίας πριν πάρει θέσεις μάχης η μοίρα. Ετσι διατάχθηκε στα μισά της διαδρομής να επιστρέψει στο στρατόπεδό της.

Στο διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στο πραξικόπημα και και την εισβολή, η 181 ΜΠΒ είχε προχωρήσει σε προπαρασκευαστικές ενέργειες, μιας και ο διοικητής της Αντισυνταγματάρχης Στυλιανός Καλμπουρτζής, περίμενε ότι η Τουρκία θα αντιδρούσε, έτσι ώστε η μονάδα να βρισκόταν στους χώρους διασποράς σε μικρότερο χρόνο από τον προβλεπόμενο.

Το ξημέρωμα της 20ης Ιουλίου 1974, βρήκε τη μοίρα πανέτοιμη. Με τη θέα των τουρκικών μαχητικών και τα μαύρα σύννεφα καπνού που υψώνονταν προς τον ουρανό κατάλαβαν πως η εισβολή είχε αρχίσει. 

Αμέσως ο της Αντισυνταγματάρχης Καλμπουρτζής δίνει διαταγή η μοίρα να αναπτυχθεί στους χώρους διασποράς και μέσα σε μισή ώρα τα πυροβόλα της 181 βρίσκονταν σε θέση μάχης. 

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ πως η διαταγή για ανάπτυξη από το Γενικό Επιτελείο της Εθνικής Φρουράς (ΓΓΕΦ) ήρθε μετά από 4 ώρες και ενώ η μοίρα έβαλε με τα πυροβόλα της!

Ετσι, η 181 ΜΠΒ παίρνοντας το στίγμα του εχθρού από τις εθνικές δυνάμεις που μάχοντας στην πρώτη γραμμή, άρχισε με τα πυροβόλα της να «ξερνά» καυτό ατσάλι στην πλευρά των Τούρκων από την περιοχή του Συγχαρί όπου ήταν ο χώρος διασποράς της.

Τα πυρά ανασχέσεως ήταν τόσο καίρια και συντριπτικά που μέσα σε λιγότερο από 20 λεπτά, οι τουρκικές δυνάμεις εισβολής άρχισαν να υποχωρούν άτακτα, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς και κατεστραμμένα άρματα μάχης.

Όπως μάλιστα χαρακτηριστικά αναφέρεται στον «Φάκελο της Κύπρου» από κατάθεση ελληνοκυπρίου αξιωματικού: «Οι βολές τους ήταν λες και τις έστελνε ο Θεός κατευθείαν επάνω στους Τούρκους. Γύρισα και είπα στο διοικητή μου: Καλά, το πυροβολικό θέλει να κερδίσει μόνο του τον πόλεμο;»

Πληροφορούμενος τα αποτελέσματα της δράσης της, ο διοικητής των τουρκικών δυνάμεων αποβάσεως στρατηγός Ντεμιρέλ, δίνει διαταγή στην τουρκική αεροπορία να την καταστρέψει τάχιστα. Αδικα όμως. Τα αποτελέσματα αυτών των επιδρομών ήταν πενιχρά. Το «κυνήγι» της τουρκικής αεροπορίας στοίχισε στην 181 ΜΠΒ μόλις 2 νεκρούς.

Την τρίτη ημέρα, συνεχίστηκαν οι συγκρούσεις από το χάραμα μέχρι το μεσημέρι, οπότε έφθασε σήμα από το ΓΕΕΦ που ειδοποιούσε τις μονάδες πως από τις 22:00 της ίδιας ημέρας έμπαινε επίσημα σε εφαρμογή η κατάπαυση του πυρός.

Οι διοικητές των μονάδων που βρίσκονταν στην περιοχή δέχθηκαν με ανακούφιση αλλά και με σκεπτικισμό την απόφαση, γνωρίζοντας το ποιον του αντιπάλου. Το βράδυ πέρασε σχετικά ήσυχα χωρίς να προκληθούν επεισόδια μεταξύ των εθνικών δυνάμεων και των Τούρκων.

Και ξημερώνει η αποφράδα ημέρα. Το ημερολόγιο έδειχνε 23η Ιουλίου 1974…

Νωρίς το πρωί και ενώ υπήρχε εκεχειρία, Τούρκοι καταδρομείς είχαν προσπαθήσει να διεισδύσουν στις ελληνικές γραμμές με σκοπό τη δολιοφθορά ενάντια στην 181 ΜΠΒ. 

Εγιναν όμως αμέσως αντιληπτοί από τους σκοπούς και ξέσπασε μια λυσσαλέα μάχη μεταξύ των ανδρών της Μοίρας Πυροβολικού και των Τούρκων καταδρομέων.

Τα αποτελέσματα για την ελίτ των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων ήταν ολέθρια. Αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν άρον-άρον, αφήνοντας πίσω τους 40 νεκρούς και 60 τραυματίες ενώ η ελληνική πλευρά μετρούσε 1 νεκρό και 3 τραυματίες. 

Μετά από 3 ώρες οι Τούρκοι καταδρομείς προσπάθησαν να διεισδύσουν από άλλο σημείο. Πάλι γίνονται αντιληπτοί και υποχωρούν αμέσως χωρίς να εμπλακούν.

Αυτές οι ενέργειες των Τούρκων είχαν ανησυχήσει σοβαρά τους διοικητές των μονάδων στην περιοχή και άρχισαν να στέλνουν σήματα προς το ΓΕΕΦ ζητώντας είτε αποδέσμευση βαρέων όπλων, είτε απαγκίστρωση από τη ζώνη ανάπτυξης. Στάλθηκαν δύο σήματα όπως αναφέρεται στον «φάκελο της Κύπρου». Και στα δύο η απάντηση ήταν αρνητική!

Όπως αναφέρεται στο σχετικό φάκελο, στον «φάκελο της Κύπρου» για το συμβάν, «Παρά το γεγονός πως τα τουρκικά UH-1 του τουρκικού στρατού,κατέγραφαν τας θέσεις των ελληνικών δυνάμεων, ο υπεύθυνος συνταγματάρχης στο ΓΕΕΦ αρνήτο να δώσει τας απαραίτητας εντολάς απαγκιστρώσεως λέγοντας εις τους εκεί αξιωματικούς πως ήτο ελικόπετρα του ΟΗΕ και να μην ανησυχούν περί των κινήσεών τους»!

Λίγη ώρα μετά, εντοπίζονται τουρκικά ελικόπτερα μέσης μεταφοράς UH-1 Huey να πλησιάζουν τις θέσεις των μονάδων και να καταγράφουν τις θέσεις τους. Οι προθέσεις των Τούρκων ήταν πια ξεκάθαρες.

Στέλνονται άλλα τρία σήματα με αίτημα απαγκίστρωσης. Μετά από αρκετή ώρα το ΓΕΕΦ δίνει στις 14:00 το «πράσινο φως» για την απαγκίστρωση.

Με τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στις 22/07/74 στις 16:00, η 181 ΜΠΠ παρέμεινε ταγμένη στη περιοχή Ασιεντρούσα στη διάβαση του Μπέλλα-Πάις. Αλλά, μετά την κατάπαυση του πυρός, όπως είδαμε πιο πάνω, οι τουρκικές δυνάμεις συνέχιζαν να ενεργούν επιθετικά σε όλα τα μέτωπα στο προγεφύρωμα που είχαν δημιουργήσει και κυρίως στον ανατολικό Πενταδάκτυλο, όπου αμυνόταν η 32 Μ.Κ. και το 399 Τ.Π. με αποτέλεσμα οι μονάδες αυτές να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να μετακινηθούν ανατολικότερα.

Αργά το απόγευμα, οι αξιωματικοί της 181 ΜΠΠ διαπίστωσαν ότι η Μοίρα παρέμεινε πλήρως ακάλυπτη απέναντι στα τούρκικα τμήματα που κινούνταν στη περιοχή. Τότε αποφασίστηκε η αποστολή σήματος στο ΓΕΕΦ με το οποίο η 181 ΜΠΠ ζητούσε έγκριση για να εγκαταλείψει άμεσα την προωθημένη και ακάλυπτη θέση της.

Με τη λήψη του σήματος το ΓΕΕΦ έστειλε στη περιοχή το πρωί της 23/7/1974 το διοικητή Πυροβολικού ΓΕΕΦ συνταγματάρχη Πούλλο Γεώργιο για να ενημερωθεί για τη κατάσταση και ταυτόχρονα να δώσει διαταγές για τις ενέργειες της Μοίρας.

Ο συνταγματάχης Πούλλος στη πορεία του προς τη θέση που ήταν ταγμένη η 181 Μ.Π.Π. πέρασε από το Σταθμό Διοικήσεως του 361 Τ.Π., που βρισκόταν πίσω από τη θέση της 181 Μ.Π.Π. και συνάντησε τον διοικητή του τάγματος αντισυνταγματάρχη (ΠΖ) Χάντζο Δημήτριο.

Ο αν/χης Χάντζος αφού ενημέρωσε το συνταγματάχη Πούλλο για τη κατάσταση στη περιοχή του σύστησε να διατάξει την άμεση και χωρίς χρονοτριβή υποχώρηση της 181 Μ.Π.Π. και την τάξη της σε ασφαλέστερη θέση για να αποφευχθεί η προσβολή και καταστροφή της από τις τούρκικες δυνάμεις.

Αμέσως ο συνταγματάρχης μετέβη στις θέσεις της 181 Μ.Π.Π. και συνάντησε τον διοικητή της μοίρας αντισυνταγματάρχη (ΠΒ) Καλπουρτζή Στυλιανό, ο οποίος του ζήτησε να διατάξει την αναδίπλωση της μοίρας, εξηγώντας του, τους κινδύνους που εγκυμονούσε η ακάλυπτη παρουσία της στη περιοχή. 

Ο συνταγματάρχης Πούλλος αρνήθηκε λέγοντας ότι « το Πυροβολικό ουδέποτε υποχωρεί και ότι αν χρειαστεί, «οι πυροβολητές της 181 Μ.Π.Π. θα πέσετε μέχρι το τελευταίο όπως οι πυροβολητές του Κοσκινά στη Πτολεμαΐδα το 1912 ». (Ο υπολοχαγός Κοσκινάς και οι πυροβολητές του έπεσαν όλοι επί των πυροβόλων τους στη μάχη της Πτολεμαΐδας το 1912, όταν είχαν προσβληθεί από τούρκικο Πεζικό). Άλλος ένας ήρωας που δεν έλαβε τον κατάλληλη από τακτικής άποψης, απόφαση...

Ο Καλμπουρτζής κατάλαβε ότι έρχεται το τέλος και αποφάσισε αυτό το τέλος να είναι αντάξιο με το τέλος των προγόνων του στις Θερμοπύλες, στο Μανιάκι και όπου αλλού οι Έλληνες έπεσαν ταγμένοι από μια Μοίρα που τους θέλει να πολεμούν πάντα υπέρτερες δυνάμεις. 

Μετά την αποχώρηση του Πούλλου και περί την 12:00 παρατηρήθηκε κίνηση τουρκικών δυνάμεων, τάγματος Πεζικού και Τ/κ καταδρομέων προς τη διασταύρωση του δρόμου προς Συγχαρί με το δρόμο προς Κάτω Δίκωμο. Στρατιώτες της 181 ΜΠΠ δέχτηκαν πυρά από μεγάλη απόσταση από τις τούρκικες δυνάμεις. Η κατάληψη της διασταύρωσης και του μόνου δρομολογίου διαφυγής είχε ήδη ολοκληρωθεί. Το τραγικό τέλος που θα επακολουθούσε είχε προδιαγραφεί.

Περί τις 14:00 είχε εγκριθεί από το ΓΕΕΦ και η μετακίνηση της 181 ΜΠΠ σε ασφαλέστερη περιοχή. Ήταν ήδη πολύ αργά. Η διαφυγή της μοίρας προς Συγχαρί ήταν πλέον αδύνατη.

Ο διοικητής της 181 ΜΠΠ μετά από πίεση των αξιωματικών καθώς και της 191 Π.Ο.Π. (Πυροβολαρχία Ορεινού Πυροβολικού) που δρούσε υπό τη διοίκηση της 181 Μ.Π.Π. και έγκριση από τη διοίκηση Πυροβολικού ΓΕΕΦ, αποφάσισε να μετακινήσει την 181 ΜΠΠ ανατολικότερα και σε πιο ασφαλισμένη θέση.

Το δρομολόγιο όμως που είχε επιλεγεί μετά από συμβουλή καταδρομέων της 32 Μ.Κ. που γνώριζαν τη περιοχή, αποδείχτηκε μετά από αναγνώριση που εκτέλεσε ο διοικητής της μοίρας αδιέξοδο για το μεγάλο όγκο της φάλαγγας που αποτελούσε τη μοίρα. Τότε αποφασίστηκε και εγκρίθηκε από τη Διοίκηση Πυροβολικού η κίνηση της 181 ΜΠΠ προς Συγχαρί.

Με την προσέγγιση της φάλαγγας στη διασταύρωση του δρόμου προς Κάτω Δίκωμο και Συγχαρί, η 181 ΜΠΠ προσβλήθηκε από τα τούρκικα τμήματα που είχαν στο μεταξύ οργανώσει ενέδρα βάλλοντας κατά της Μοίρας με πυκνά πυρά Πεζικού και κυρίως με βλήματα όλμων και βαριά πολυβόλα με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθεί και να καταστραφεί, και μεγάλος αριθμός αξιωματικών και στρατιωτών να σφαγιαστούν.

Μετά τη προσβολή της 181 ΜΠΠ ακολούθησε σκληρή και άνιση μάχη εκ του συστάδην, πρωτοφανής σε αγριότητα για δύο περίπου ώρες με τους πυροβολητές της 181 Μ.Π.Π. και της 191 Π.Ο.Π. να αρνούνται να εγκαταλείψουν τα πυροβόλα τους και να πέφτουν νεκροί πάνω σε αυτά.

Μαρτυρίες αναφέρουν την υπεράνθρωπη προσπάθεια που κατέβαλε τις κρίσιμες εκείνες ώρες ο ήρωας διοικητής της 181 ΜΠΠ, αντισυνταγματάρχης Καλμπουρτζής Στυλιανός, εκθέτοντας τον εαυτό του σε θανάσιμο κίνδυνο βάλλοντας μόνος από προωθημένη θέση για να καλύψει την ασφαλή αποχώρηση των στρατιωτών του.

Με την υποστήριξη των πολυβόλων, οι Τούρκοι άρχισαν να κατεβαίνουν όλο και περισσότερο προς τις θέσεις των ανδρών της 181 ΜΠΒ. Οι Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι στρατιώτες ανταπέδωσαν τα πυρά ανακάμπτοντας την επέλαση των τούρκων στρατιωτών οι οποίοι καλύφθηκαν επίσης πίσω από από πέτρες και δέντρα ξεκινώντας μια μάχη εκ του συστάδην.

Ο σημαντικά υπέρτερος όμως αριθμός των τούρκων, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο.

Το δεύτερο κύμα της επίθεσης δεν κατέστη δυνατό να αναχαιτισθεί.

Ετσι οι Ελληνες έβαλαν στα όπλα τους ξιφολόγχες δίνοντας μάχη σώμα με σώμα με τους Τούρκους καταδρομείς, με αναλογία 1:5! Μετά από δυόμιση ώρες σκληρής μάχης, οι Τούρκοι κατάφεραν να λυγίσουν την αντίσταση των ανδρών της 181 ΜΠΒ, πληρώνοντας όμως βαρύ τίμημα.

Όπως αναφέρει στην κατάθεσή του ο έφεδρος αξιωματικός της 181 ΜΠΒ Γ.Λ.: «Όταν τελείωσε η μάχη, ήρθαν σαν τα κτήνη και ξεκοίλιασαν τους τραυματίες μας και μετά γέλαγαν και μας έβριζαν. Ζητήσαμε να τους θάψουμε και αυτοί μας είπαν: “να τους φάνε τα σκυλιά“. Οσοι παραδοθήκαμε και μπορούσαμε να κινηθούμε, μας πήγαν σε φορτηγά και μας βάραγαν με τους υποκόπανους των όπλων. Μας πήγαν σε ένα στατόπεδο με πολύ κόσμο. Στρατιώτες και πολίτες. Ολοι αιχμάλωτοι. Ημουν μαζί με τον διοικητή μου, μέχρι που μας χώρισαν. Εμένα με πήγαν στην Αττάλεια και με τις ανταλλαγές αιχμαλώτων επέστρεψα".

Η Μοίρα έπαψε να υπάρχει... Και μαζί με αυτήν ο Καλμπουρτζής μπήκε στην λίστα των αγνοουμένων Ελλήνων Αξιωματικών της Κυπριακής Τραγωδίας.

Ο Συνταγματάρχης Καλμπουρτζής επέδειξε κατά τη μάχη χαρίσματα Ανδρείας, Ηρωισμού και Αυτοθυσίας ανάλογα των Ηρωικών μας Προγόνων.

Κατέστησε βίωμά του τον Προπατορικό Όρκο «Ου καταισχύνω όπλα τα Ιερά ».

Ο Συνταγματάρχης Καλμπουρτζής αποτελεί λαμπρό παράδειγμα Δόξας και Τιμής για τους Πυροβολητές και για τις επερχόμενες γενεές των Ελλήνων λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση. 

Το ελληνικό κράτος μετά από 37 χρόνια εδέησε να τιμήσει την θυσία του: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, σε αποκαλυπτήρια τελετή της προτομής του Αντιστρατήγου, μετά θάνατον, Καλμπουρτζή Στυλιανού, στο Μεγάλο Πεύκο,, προσέφερε το ελάχιστο στον Έλληνα αξιωματικό: Την αναγνώριση της θυσίας τους.

Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ο Καλμπουρτζής δεν σκοτώθηκε επί τόπου, αλλά συνελήφθη βαριά τραυματισμένος και εκτελέστηκε αργότερα στην Τουρκία. Ίσως να είναι κι έτσι. Υπάρχει μαρτυρία πουν το θέλει αιχμάλωτο στην Τουρκία.

Ας ηρεμήσει, τουλάχιστον, η ψυχή του. Η Πατρίδα αναγνωρίζει ότι έπεσε "υπέρ βωμών και εστιών"...

Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε όποιο κείμενο θέλετε . Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για την αναδημοσίευση κειμένων του ιστολογίου "ΟΙ ΑΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΙ" , είναι η σαφής αναφορά σ΄αυτό μ΄ενεργό λινκ .

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Ο απροσκύνητος Γρηγόρης Αυξεντίου

Κυριακή 3 Μαρτίου 1957, ο ήρωας Γρηγόρης Αυξεντίου πολεμώντας μόνος, περικυκλωμένος από 60 Άγγλους ,έπεφτε νεκρός.

  Ήταν το τέλος ενός ανθρώπου που απέδειξε ότι ο ηρωϊσμός δεν είναι θεωρία ,λόγια και κραυγές, αλλά αποφάσεις και πράξεις.

Ήρθε στην Ελλάδα για να γίνει στρατιωτικός. Το 1949 απέτυχε στις εξετάσεις της Σχολής Ευελπίδων και γράφτηκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού και έλαβε κατάρτιση ανθυπολοχαγού.

Εκεί αφού αποφοίτησε, έκανε τη στρατιωτική του θητεία στον 1° λόχο του 613ου τάγματος πεζικού, στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα .
Τ
ελείωσε τη θητεία του στις 15/11/1952 και επέστρεψε στην Κύπρο, όπου άρχισε να εργάζεται στα κτήματα του πατέρα του σαν οδηγός, μεταφέροντας εργάτες από τη Λύση στην Αμμόχωστο. Εκείνη την περίοδο αρραβωνιάζεται.

Τον Ιανουάριο του 1955 μυήθηκε στην Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών, με κύριο στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα) από τον Ανδρέα Αζίνα και είχε την πρώτη του επαφή με το Γρίβα στις 20/1/1955, που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. και μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων.
 Αντί του καθιερωμένου όρκου, ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής δέχτηκε τον λόγο της στρατιωτικής τιμής του Αυξεντίου. 
Την άνοιξη του ιδίου χρόνου συμμετείχε στις επιθέσεις κατά της Ηλεκτρικής Εταιρείας και του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Λευκωσίας.

Μέσα στην Οργάνωση πήρε το κωδικό όνομα «Ζήδρος» (το αγωνιστικό του ψευδώνυμο παρέπεμπε στο Ζήδρο, το Δυτικομακεδόνα κλεφταρματολό επί Τουρκοκρατίας.), το οποίο και κράτησε μέχρι τον ηρωικό του θάνατο.
Ήταν ηγετική φυσιογνωμία και διέθετε οργανωτικές και στρατιωτικές αρετές. Ήταν ο μόνος από τους νεαρούς μαχητές που διέθετε στρατιωτική κατάρτιση.

Ο Αυξεντίου ήταν ο πρώτος τομεάρχης της ΕΟΚΑ στην περιοχή Αμμοχώστου και την 1η Απριλίου του 1955, πρώτη μέρα του αγώνα κατά των Άγγλων, επειδή ανακαλύφθηκε το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε για την επιχείρηση ανατινάξεων στις πετρελαιοαποθήκες της αγγλικής βάσης Δεκέλειας, βγήκε στα βουνά και ηγήθηκε των επιθέσεων εναντίον αγγλικών στόχων στον τομέα του.

Ήταν ο υπ” αριθμόν ένα καταζητούμενος από τους Άγγλους, οι οποίοι τον επικήρυξαν αρχικά με 250 λίρες και στην συνέχεια, με το υπέρογκο για την εποχή, ποσό των 5.000 λιρών, επειδή ανατίναξε αγγλικές περιουσίες.





Κατέφυγε στην οροσειρά τού Πενταδάκτυλου, σε μια σπηλιά. Εκεί τον βρήκε ο βοσκός από τη Λάπηθο, γέρο Γιώργος Ζοππής και άρχισε να τον τροφοδοτεί, εκμεταλλευόμενος το επάγγελμά του που δικαιολογούσε την καθημερινή παρουσία του στο βουνό. Εκεί ο Αυξεντίου μαθαίνει στους αγωνιστές την χρήση των όπλων, καθώς και τεχνικές ανταρτοπόλεμου.


Η δράση του ήταν πλούσια τόσο στον Πενταδάκτυλο όσο και στο όρος Τρόοδος όπου κατέφυγε αργότερα.
Κρυφά παντρεύτηκε και κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες την ως τότε μνηστή του Βασιλεία Παναγή, μια νύχτα στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου στις 10/6/1955.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1955 επέδειξε τις εξαίρετες στρατιωτικές του ικανότητες στην ιστορική μάχη των Σπηλιών, παρασύροντας δυο φάλαγγες των Άγγλων στρατιωτών, που ανηφόριζαν προς τα κρησφύγετα, να συγκρουστούν μεταξύ τους.


Το Πάσχα του 1956 βρίσκει τον ήρωα ν’ αναρρώνει στο ιστορικό (ιδρύθηκε το 1148) μοναστήρι του Μαχαιρά, μετά από εγχείρηση. Εκεί συνέβη και το πρωτοφανές της εμφάνισής του ενώπιον των διωκτών του, όταν πάνω από 100 Άγγλοι αξιωματικοί και στρατιώτες έζωσαν το μοναστήρι. Μεταμφιεσμένος σε καλόγερο, με γενειάδα και ράσο, ο Γρηγόρης Αυξεντίου παρουσιάστηκε και συστήθηκε στον Άγγλο επικεφαλής αξιωματικό ως ο «πάτερ-Xρύσανθος» και στην συνέχεια τους…κέρασε.
 Ο Διγενής τού ανέθεσε μαζί με τον τομέα Πιτσιλιάς και τα χωριά της Ορεινής – Μαχαιρά. Τον Ιούλιο του 1956 προστέθηκαν στον τομέα του και τα κρασοχώρια Λεμεσού.




Στις 31 Δεκεμβρίου του 1956, παραμονή Πρωτοχρονιάς, κυκλώνεται μαζί με τα παλικάρια του στο χωριό Ζωοπηγή και ακολουθεί σφοδρή σύγκρουση. Ο Αυξεντίου τραυματίζεται, αλλά διαφεύγει, αφήνει όμως νεκρό πίσω, τον συναγωνιστή του Μάκη Γεωργάλλα.

Την 1η Μαρτίου του 1957, οι Άγγλοι ξαναεισβάλλουν στο μοναστήρι του Μαχαιρά. Υποβάλουν σ’ εξαντλητική ανάκριση τον αγωγιάτη της Μονής και τον αναγκάζουν ν’ αποκαλύψει ότι ο Αυξεντίου έχει κατασκευάσει καταφύγιο-κρύπτη ένα χιλιόμετρο πιο κάτω.




Στις 3 Μαρτίου 1957, Άγγλοι στρατιώτες περικύκλωσαν το κρησφύγετό του κοντά στον Μαχαιρά.

Ο Γρηγόρης φώναξε τότε:


«Σύντροφοι, ο θεός να με βγάλει ψεύτη, προδοθήκαμε».
«Αρχηγέ, μαζί σου και στον θάνατο» ψιθύρισαν όλοι.
Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα τους και οι στρατιώτες έφθασαν στην είσοδο του κρησφύγετου. Φώναξαν στους άνδρες να παραδοθούν όμως καμία απάντηση.


Η μάχη κράτησε για ώρες. Στην ομάδα του ήταν οι Ανδρέας Στυλιανού, Αυγουστής Ευσταθίου, Αντώνης Παπαδόπουλος και Φειδίας Συμεωνίδης, τους οποίους, όμως, διέταξε να βγουν από το κρησφύγετο και να παραδοθούν για να σωθούν, ενώ αυτός έμεινε και πολέμησε μόνος επί 10 ώρες τους εχθρούς, τραυματισμένος από θραύσμα χειροβομβίδας.

Ο ίδιος αποφασισμένος να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Άγγλων και αν χρειαστεί να θυσιαστεί τους είπε επί λέξη:

Μέχρι σήμερα μαθαίνατε πώς πολεμούν οι Έλληνες. Σήμερα θα μάθετε και πως πεθαίνουν.




Σε προτροπές τών Άγγλων να παραδοθεί είχε μόνο μία απάντηση να δώσει «Μολών Λαβέ». Αμέσως, τέσσερις στρατιώτες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο Αυξεντίου τους υποδέχτηκε με καταιγιστικά πυρά. Οι τρεις Βρετανοί οπισθοχώρησαν έντρομοι, ο τέταρτος, ένας δεκανέας, έπεσε νεκρός.
 Σύμφωνα με μαρτυρία του συμπολεμιστή του Αυγουστή Ευσταθίου, που μετά τη ρίψη χειροβομβίδας στο κρησφύγετο επέστρεψε, με υπόδειξη των Άγγλων, για να διακριβώσει αν ο Αυξεντίου ήταν ζωντανός και να τον πείσει να παραδοθεί.
Ο Αυγουστής προτίμησε να μείνει μαζί με τον αρχηγό του.
Ο Γρηγόρης φώναξε: «Τώρα είμαστε δύο. Ελάτε να μας πάρετε». Και η μάχη συνεχίστηκε ως το απόγευμα. Προσπάθειά τους ήταν να κρατήσουν τη μάχη μέχρι να νυχτώσει και επωφελούμενοι από το σκοτάδι να διαφύγουν.
Οι Άγγλοι στρατιώτες, που αντιλήφθηκαν τον σκοπό τους, περιέλουσαν το κρησφύγετο με βενζίνη, το πυρπόλησαν και έκαψαν ζωντανό τον Αυξεντίου, ενώ ο Αυγουστής Ευσταθίου, με βαριά εγκαύματα, επιχειρεί έξοδο και συλλαμβάνεται.  

Οι εμπρηστικές βόμβες πετρελαίου, λαμπαδιάζουν τα πάντα. Έτσι, καιόμενος σαν λαμπάδα, έπεσε ο Γρηγόρης Αυξεντίου, άμορφη μάζα από καμένη σάρκα, πυροβολώντας ως το τέλος, Κυριακή 3 Μαρτίου 1957.

πηγή

Μπορείτε ελεύθερα να αναδημοσιεύσετε όποιο κείμενο θέλετε . Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για την αναδημοσίευση κειμένων του ιστολογίου "ΟΙ ΑΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΙ" , είναι η σαφής αναφορά σ΄αυτό μ΄ενεργό λινκ .