Pages

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΑΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ




Ένας απ’ τους πολλούς και μεγάλους πρωταγωνιστές και ήρωες της Επανάστασης, που δολοφονήθηκε με ύπουλο τρόπο απ’ το Ρωμαίικο παρακράτος ήταν και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Υπήρξε ένας πολύ μεγάλος αγωνιστής και μία τεράστια στρατιωτική ιδιοφυΐα του απελευθερωτικού Αγώνα του 1821. Παρά την έλλειψη μόρφωσής του το στρατηγικό του δαιμόνιο τον οδηγούσε σε κάθε ρωμαλέα και επιτυχημένη ενέργεια του στρατιωτικού του βίου, απ’ την εποχή που βγήκε για πρώτη φορά ως Κλέφτης στα βουνά μέχρι και το σημείο της προδοτικής δολοφονίας του στην μάχη του Ανάλατου.

«O Kαραϊσκάκης προσηλώθη αναποσπάστως εις την εθνικήν δόξαν, διεκρίθη ως ουδείς άλλος και εν μέσω δεινής απορίας αφήλκυσε πλήθη πεινόντων και γυμνητευόντων και τους οδήγησεν εις την δόξαν όχι θεραπεύων, αλλά χαλινών τας ορέξεις των και απαγορεύων τας καταχρήσεις των». Σ. Τρικούπης.



Απ’ όλους τους ιστορικούς αναφέρεται ως γιός της καλογριάς Ζωής Διμισκή, που γεννήθηκε το 1872 εντός σπηλαίου κοντά στο χωριό Μαυρομμάτι Καρδίτσας. Για κάποιους πατέρας του ήταν ο κλεφταρματωλός του Βάλτου Δημήτρης Ίσκος (Φωτιάδης) ή Καραΐσκος (Περραιβός, Γαζής, Βλαχογιάννης), για κάποιους άλλους ο κλέφτης Αραπόγιαννος, ενώ για κάποιους άλλους παραμένει μυστήριο. Υπάρχει όμως και μία σημαντική μαρτυρία του υπαρχηγού του Ναπολέοντος Ζέρβα και του ΕΔΕΣ Μιχάλη Μυριδάκη που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν για την πατρική του καταγωγή. Στο βιβλίο του «Η Εθνική Αντίσταση ΕΔΕΣ-ΕΘΕΑ 1941-44 τόμος Α΄», αναφέρει ότι όταν βρισκόταν στο χωριό Σκουληκαριά της Ηπείρου πολεμώντας τους Ιταλούς, συνομιλούσε με κατοίκους του χωριού.

Ένας απ’ αυτούς του είπε για την καταγωγή του Καραϊσκάκη: «Εγνώριζα ότι ο Καραϊσκάκης καταγόταν απ’ την Σκουληκαριά αλλά μου έκανε εντύπωση, όταν μου είπαν, ότι πρώτα είχε αρχίσει αυτός τον εθνικό αγώνα απ’ τον Αη-Λια. Όταν δε ερώτησα αυτόν πως το γνωρίζει αυτός μου απήντησε, ότι απ’ τις ιστορίες παλαιοτέρων συγχωριανών του και από ένα μικρό βιβλίο που είχαν εκδώσει το 1843 δώδεκα δημογέροντες της Σκουληκαριάς δηλαδή δεκαοκτώ έτη μετά απ’ τον θάνατό του, σχετικά με τον τρόπο που εγεννήθη απ’ τους γονείς του και την ιστορία των πρώτων χρόνων της ζωής του. Συγκεκριμένα μου είπε ότι ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν νόθο παιδί μιας πεντάμορφης κοπέλας της Σκουληκαριάς της Διαμάντω Διμισκή και ενός αρματωλού του Νικολάου Πλακιά κι αυτού κατοίκου της Σκουληκαριάς και ότι εγεννήθη μέσα σ’ ένα κελί του μοναστηριού της Παναγίας της Σκουληκαριάς. Εκεί είχαν κλείσει την Διαμάντω οι δύο κλέφτες αδελφοί της Κώστας και Γιώργος για ν’ αποφεύγει τις ενοχλήσεις των Τούρκων, που είχαν μόνιμα εγκαταστημένα καρακόλια στο χωριό. Γι’ αυτό τον λόγο αυτή ύστερα από απόφαση της μάνας της και των αδελφών της ζούσε στο μοναστήρι και φορούσε ράσα χωρίς να είναι καλογριά, ότι η Διαμάντω όταν ζούσε στο μοναστήρι εσυνδέθη ερωτικά με τον αρματωλό συγχωριανό της Νικόλαο Πλακιά απ’ τον οποίο και έμεινε παράνομα έγκυος και που ότι η εγκυμοσύνη της είχε μείνει μυστική ακόμα και απ’ τον ηγούμενο του Μοναστηριού Καλλίνικο συγγενή της Διαμάντως. Ύστερα από σαράντα μέρες μετά την γέννηση του παιδιού ο ηγούμενος του μοναστηριού με κάθε μυστικότητα και με το όνομα Ζωή έστειλε αυτήν και το νεογέννητο στον φίλο του ηγούμενο του μοναστηριού του Αγ. Γεωργίου στο Μαυρομμάτι της Καρδίτσας, που πριν με επιστολή του τον είχε ειδοποιήσει. Εκείνος για να την προστατεύσει την πήρε χωρίς ράσα βέβαια για να εργάζεται στην υπηρεσία του μοναστηριού και να μεγαλώνει το παιδί της. Μετά από οκτώ έτη ξαναγύρισε στην περιοχή του τόπου της γεννήσεώς της. Εγκαταστάθηκε σαν Ζωή πάλι στο χωριό Δούνιτσα του Βάλτου γειτονικό χωριό της Σκουληκαριάς. Εκεί δούλευε και είχε μαζί της τον γιο της Γεώργιο στο αρχοντικό του Δημητρίου Ίσκου, που σαν τραυματία τον είχε περιποιηθεί στο μοναστήρι τ’ Αη Γιώργη της Καρδίτσας. Επειδή το παιδί δούλευε σαν παραγιός του Ίσκου και είχε πολύ μαύρο δέρμα τα παιδιά της Δούνιτσας τον φώναζαν Καρά του Ίσκου. Λόγω του ότι το μυστικό είχε μαθευτεί οι κλέφτες αδελφοί της Διαμάντως σκότωσαν τον σπιούνο Νικόλαο Πλακιά μέσα στον συνοικισμό Γιαννιώτη, όταν αυτός οδηγούσε τούρκικο ασκέρι εναντίον τους».

Επομένως σύμφωνα με αυτή την μαρτυρία ο Καραϊσκάκης, ούτε γιος καλογριάς υπήρξε, όπως αρέσκεται να προσφωνείται απ’ την «επίσημη ιστορία» μας, ούτε πατέρα είχε τον Ίσκο ή τον Αραπόγιαννο. Ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ και σε κανέναν για τον πατέρα του, παρά αποκαλούσε τον εαυτό του περήφανα και σαρκαστικά μπάσταρδο ή μούλο.

Κατά τα πρώτα εφηβικά του πήρε όπλο έγινε κλεφτόπουλο και βγήκε στα βουνά. Λίγο καιρό αργότερα πήγε στον Κατσαντώνη, όπου και έγινε το πρωτοπαλίκαρό του. Δίπλα του έμαθε τα μεγάλα μυστικά του ανταρτοπόλεμου. Μετά τον θάνατο του Κατσαντώνη ο Καραϊσκάκης και οι λίγοι Κλέφτες που είχαν απομείνει προσκύνησαν τον Αλή πασά, όπου και διέμειναν στην αυλή του ακολουθώντας τον στις διάφορες εκστρατείες του. Οι περισσότεροι οπλαρχηγοί Ρωμαίικης καταγωγής, που μαθήτευσαν εκεί μυήθηκαν απ’ την Φιλική Εταιρεία στην ιδέα και στην δημιουργία του Νεοελληνικού κράτους.


Ο μετεπαναστατικός ορυμαγδός της Ρωμιοσύνης
Η Β΄ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος Κυνουρίας το 1823 έγινε απ’ τους κοτζαμπάσηδες, τους μεγάλους πλοιοκτήτες και τους κληρικούς, με σκοπό να στραγγαλίσουν τον λαό και τους οπλαρχηγούς του. Έτσι έστρεψαν την επανάσταση σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον τους. Πρόκειται για την αντεπανάσταση, που αναφέραμε παραπάνω. Όμως η διαφωνία ανάμεσά τους για το πάνω χέρι της εξουσίας δημιούργησε και πόλεμο αναμεταξύ τους. Μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό ο ραδιούργος Φαναριώτης πρωθυπουργός Μαυροκορδάτος εκδιώχθηκε ταπεινωμένος απ’ την προεδρία του Εκτελεστικού σώματος δια της βίας απ’ τον Κολοκοτρώνη και πήγε στην Δυτική Στερεά. Εκεί όμως βρήκε έναν άλλο μεγάλο εχθρό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη.

Για τον Καραϊσκάκη ο Μαυροκορδάτος ήταν «το τζογλάνι του Ρέιζ αφέντη, ο τεσσαρομάτης». Ο Φωτιάδης γράφει γι’ αυτόν: «Ο πιο διαβολεμένος απ’ όλους τους Φαναριώτες, που ήρθανε στην Ελλάδα στάθηκε ο Μαυροκορδάτος. Το τι κακό έκανε αυτός ο άνθρωπος σε τούτον τον τόπο δεν λέγεται. Και δεν το πλέρωσε μονάχα η γενιά του Εικοσιένα. Ίσαμε τώρα το δικό του πνεύμα μας κυβερνάει και δεν μας αφήνει να προκόψουμε» («Καραϊσκάκης» σελ. 117).

Ο Μαυροκορδάτος προσεταιρίστηκε τον Γιαννάκη Ράγκο αντίπαλο του Καραϊσκάκη στο αρματολίκι των Αγράφων, ο οποίος συνέπραττε φανερά με τους Τούρκους εναντίον των Ρωμιών. Το Ρωμαίικο καθεστώς δεν τον κατηγόρησε ποτέ όμως για την προδοσία του αυτή, λόγω της καλής σχέσης του με τον Μαυροκορδάτο και του κατεστημένου του.

Την ίδια εποχή ο Καραϊσκάκης μετέβη στην Κεφαλονιά λόγω της φυματίωσης, που τον ταλαιπωρούσε. Υπό την καθοδήγηση του Μαυροκορδάτου ο Ράγκος επιτέθηκε στις δυνάμεις του, που βρίσκονταν τώρα υπό την ηγεσία του Αντώνη Ζαραλή, τον οποίο είχε αφήσει στο πόδι του. Ο Καραϊσκάκης γύρισε στα Άγραφα κακήν κακώς και προσπάθησε να πείσει τον Μαυροκορδάτο ν’ αλλάξει την εναντίον του τακτική. Όμως ο Μαυροκορδάτος είχε σκοπό την εξόντωση του Καραϊσκάκη, αφού αποτελούσε εμπόδιο στις βλέψεις του.


Οι συκοφαντίες του Μαυροκορδάτου
Έτσι φθάνουμε στις ψεύτικες κατηγορίες, που κατασκεύασε ο Μαυροκορδάτος εναντίον του Καραϊσκάκη για δήθεν για προδοσία του στους Τούρκους. Οι καθεστωτικοί του Ρωμαίικου παρακράτους, όσους απ’ τους ηρωικούς οπλαρχηγούς δεν μπορούσαν να τους δολοφονήσουν ή να τους προδώσουν στους Τούρκους τους δίκαζαν για προδότες: Γράφει ο Ν. Σπηλιάδης στα («Απομνημονεύματα 1821-1843», τόμος Γ΄, σελ.41): «Πλην ο Καραϊσκάκης υπό του οποίου την σημαίαν κατετάσσεντο πρόθυμοι κι αυθόρμητοι οι στρατιώται διότι τον ηγάπων, όχι μόνον ήτον αρκετά δυνατός αλλά και κάθ’ ημέραν εγίνετο δυνατότερος, διότι ο αριθμός των υπό την οδηγίαν του στρατιωτών αδιακόπως επολλαπλασιάζετο και επομένως εγίνετο προς αυτόν φοβερότερος. Δια τούτο ο Μαυροκορδάτος κατέφυγεν εις την συκοφαντίαν και τον κατηγορεί ως προδότην, συνενοούμενον τάχα με τον Ωμερβριώνην, επί σκοπώ να του παραδώσει την Δυτικήν Ελλάδα».

Έφθασε μάλιστα να πλαστογραφήσει έγραφα, που δήθεν βρέθηκαν πάνω σε κάποιον στημένο μάρτυρα, όπου απ’ την εικονική σύλληψή του απεδείκνυαν, δήθεν, ότι ο Καραϊσκάκης ήταν προδότης: «Ο Μαυροκορδάτος επιβαρύνει την κατηγορία του κατά του Καραϊσκάκη, την οποίαν επεστήριξεν επί ενός και μόνον μάρτυρος του Κωνσταντίνου Βουλπιώτου, ος τις απήλθεν εις Ιωάννινα δι’ υπόθεσίν του και μέλλων να επιχειρήσει πάλιν το αυτόν ταξείδιον συνελλήφθη από τον Μαυροκορδάτον, ανεκρίθη και ομολόγησεν ότι εγνώριζε και ο Καραϊσκάκης τα εις Ιωάννινα ταξείδια του. Ευρέθησαν δε πάνω του γράμματα του Μαυροκορδάτου αυτού και άλλων οπλαρχηγών, επιπλήξεις δια την άτακτον διαγωγήν του (τα οποία ήσαν πιθανώς πλαστογραφημένα), ως μέλλοντα τάχα ν’ αποδείξωσιν εις τον Ωμερβιώνην, ότι ο Καραϊσκάκης ήτον προς αυτόν πιστός, ενώ η άτακτος διαγωγή του, ούτε προδοσίαν, ούτε πίστιν αποδεικνύει προς τον Καραϊσκάκην».

  
Το Διάταγμα Μαυροκορδάτου σύστασης δικαστηρίου για την καταδίκη του Καραϊσκάκη («Ελληνικά Χρονικά», 29/9.4.1824.)

Παρωδία δίκης σε εκκλησία-δικαστήριο με πρόεδρο επίσκοπο
Έφτασε μάλιστα στην θέση να σύρει σε δίκη τον Καραϊσκάκη: «Τοιουτοτρόπως ο Μαυροκορδάτος ετέκτηνε την προδοσίαν του Καραϊσκάκη… Δεν δύναται δε να τον καταδικάσει ως προδότην, διότι διόρισεν επιτροπήν να δικάσει και αυτόν και όσους άλλους ήθελον ευρεθεί ένοχοι των αναφυσικών διχοστασιών (όχι της προδοσίας). Διόρισε και συνηγόρους να παρουσιάσωσι τα δικαιώματα του έθνους εναντίον του και εναντίον όσων άλλων ήθελον φανεί ένοχοι επιβουλής κατά της πατρίδος (αλλά φανεί και όχι αποδειχθεί)» (σελ.42).

Ο Μαυροκορδάτος όρισε πρόεδρο της εισαγγελικής επιτροπής τον επίσκοπο Πορφύριο από την Άρτα. Η δίκη παρωδία έγινε την 1η Απριλίου (σαν πρωταπριλιάτικο ψέμα!) στην εκκλησία της Παναγίας στο Αιτωλικό που χρησίμευσε σαν δικαστήριο. Ο επίσκοπος Πορφύριος ανήγγειλε τις κατηγορίες, οι οποίες ήταν δεκατρείς τον αριθμό και δεν θα μπορούσαν ν’ απευθυνθούν ούτε στον μέγιστο εγκληματία και προδότη της ιστορίας. Η κάθε μία απ’ αυτές οδηγούσε τον Καραϊσκάκη στο εκτελεστικό απόσπασμα. Κατηγορίες όπως «κρυφή ανταπόκριση με τους εχθρούς», «εσχάτη προδοσία», «έπιασε άρματα εναντίον της πατρίδος», «χρηματίστηκε απ’ τους Τούρκους», «απείθεια σε διαταγές ανωτέρων του» κ.ά. Όμως εκείνος αντιμετώπισε θαρραλέα ειρωνικά και με εύστοχη αστειολογία τις ψευδείς αυτές κατηγορίες των εχθρών του.

Τελικά η απόφαση ήταν καταδικαστική κηρύσσοντας τον Καραϊσκάκη επίβουλο κατά της πατρίδας και ένοχο προδοσίας. Παρά ταύτα η ποινή της επί τόπου εξορίας του, που του επιβλήθηκε ήταν πολύ μικρή σε σχέση με τις βαρύτατες κατηγορίες που τον εβάρυναν. Ύστερα απ’ την επαίσχυντη δολοφονία του Ανδρούτσου απ’ τους καθεστωτικούς ο Καραϊσκάκης είχε πάρει τα μέτρα του, φροντίζοντας να έχει μέσα και γύρω απ’ την εκκλησία-δικαστήριο εξακόσιους αρματωμένους άνδρες αφοσιωμένους προς αυτόν, έτοιμους να τον προστατεύσουν ανά πάσα στιγμή με τη ζωή τους. Είχε επίσης και την συμπαράσταση του καπετάνιου Α. Ίσκου, που κατέβαινε ήδη απ’ τον Βάλτο με τους άνδρες του για να βοηθήσει το φίλο του. Ο Μαυροκορδάτος και οι κατήγοροί του φοβήθηκαν το μακελειό που θα επακολουθούσε αν τον καταδίκαζαν σε θάνατο. Έτσι η λύση της εξορίας ήταν η πιο συμφέρουσα.


Εξορία και αφορισμός του Καραϊσκάκη
Δύο ημέρες μετά την απόφαση ο Καραϊσκάκης αναχωρούσε. Πριν φύγει πήγε απ’ το σπίτι του Μαυροκορδάτου, που ήταν συγκεντρωμένοι και οι άλλοι οπλαρχηγοί δηλώνοντάς του απειλητικά: «Αι! Μαυροκορδάτε, ηθελήσας να με προσάψεις την ατιμίαν της προδοσίας, αλλά ελπίζω να σε την σφραγίσω εις το μέτωπον μίαν ημέραν» (Ν. Σπηλιάδης «Απομνημονεύματα 1821-1843», τόμος Γ΄, σελ. 46). Ακολούθησε η αποκήρυξη και ο επίσημος αφορισμός του απ’ την Εκκλησία.

Τον Μάιο του 1824 ο Καραϊσκάκης έκανε χρήση της παραγράφου της αποκήρυξης και του αφορισμού του, όπου γινόταν λόγος για συγνώμη. Έτσι έστειλε γράμμα στον Μαυροκορδάτο ζητώντας άφεση των υποτιθεμένων αμαρτιών του. Στην επιστολή του, που σώζεται μέχρι σήμερα αναφέρει: «Εμένα η κακή μου τύχη έφερε αρρώστεια οπίσω. Δεν εξεύρω κι όλα απ’ τα κρύα τα πολλά ήταν, ή από τους τόσους αφορισμούς οπού μου εκάματε, και σε παρακαλώ να με συγχωρέσει η Διοίκησις και όλοι οι χριστιανοί και να μου σταλθεί και μία ευχή συγχωρητική παρά του αρχιερέως».

Κατά τα έτη 1826 και 1827 ο Καραϊσκάκης με την ευφυή στρατηγική του, την ορμητικότητα και την ανδρεία του θ’ αναδειχθεί σε πρωτεύοντα ήρωα και υπερασπιστή της πατρίδας του, σφραγίζοντας το στόμα όλων των επικριτών του καθεστωτικών για δήθεν προδοσία και συνεργασία με τους Τούρκους.



Η ύπουλη δολοφονία του ήρωα από φίλια πυρά
Και φθάνουμε στο σημείο της υποτιθέμενης ανεξιχνίαστης δολοφονίας του ήρωα. Η «Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών» έχει εκδώσει τ’ απομνημονεύματα του Κύπριου αγωνιστή, που πολέμησε ο ίδιος δίπλα στον Καραϊσκάκη, Ιωάννη Σταυριανού, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων εν τη Ελληνική Ιστορία». Στο έργο του περιγράφει την προσωπική του δράση κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821 δίδοντας πλήθος στοιχείων για τα γεγονότα της εποχής.

Όμως η σημαντικότερη μαρτυρία του Σταυριανού αφορά τον τρόπο με τον οποίο σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης. Διαβεβαιώνει, ότι ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης δολοφονήθηκε από ρωμαίικο χέρι και ότι ο ίδιος υπήρξε αυτόπτης μάρτυς του γεγονότος. Ο Σταυριανός δεν είναι ο μόνος ούτε ο πρώτος που αναφέρει ότι ο Καραϊσκάκης δολοφονήθηκε. Όμως είναι ο μόνος και ο πρώτος, που το αναφέρει σαν πραγματικό γεγονός και όχι σαν αόριστη φημολογία. Η περιγραφή του είναι πραγματικά συγκλονιστική: «Ο Καραΐσκος άμα διέταξε τον υπασπιστήν του να καταδιώξει τους δύο ιππείς, έστρεψεν οπίσω απομακρυνθείς της μάνδρας ικανόν διάστημα. Τότες είδομεν στρατόν και ευθύς ο πυροβολητής ανεμείχθη εις τον στρατόν. Αυτός ήτο ο επικατάρατος δολοφόνος του Καραΐσκου. Οι οφθαλμοί του συντρόφου μου εν ριπή διέτρεξαν τον δολοφόνον και τον αρχηγόν. –Φρικτόν με λέγει εχάθημεν. –Πως πως τον απαντώ. –Είδες το όπλον όπου έπεσεν πλησίον του Καραΐσκου; Εκείνος όπου έφευγεν τον εβάρεσεν! –Τον είδα του είπον και στρέφω τους οφθαλμούς μου. Είδα τον Καραΐσκον κρατώντα τον δύο εκ δεξιών και δύο εξ’ αριστερών, και τον μετέφερον εις το στρατοπεδαρχείον. Ο Καραΐσκος άμα κτυπηθείς είπεν: “Κλάστε μου τώρα τον μπούτζον”. Τούτο το ήκουσαν πολλοί, εκ τούτων ίσως ουδείς υπάρχει. Εν ακαρεί δε διεδόθη ότι ο Καραΐσκος εδολοφονήθη συνεργία του Κίτζιου Τζαβέλα και Λάμπρου Βεΐκου, αλλά το διέψευσαν αμέσως δια να μην διχασθεί ο στρατός και δημοσίευσαν, ότι ο Γαρδικιώτης τον εσυνόδευσεν και πολύ επροσπάθησεν να μάθει περί της δολοφονίας και ότι ο Καραΐσκος ομολόγησεν ότι Τούρκος τις, τον οποίον δεν επρόσεξεν τον εκτύπησεν. Περί του υπαρκτού της δολοφονίας του Καραΐσκου τον ερώτησαν να τους ειπεί εμπιστευτικώς πόθεν εβαρέθη, ο Καραΐσκος τους απήντησεν ότι αν ζήσει γνωρίζει ποίος τον εκτύπησεν, ειδεμή ας του κλάσουν τον μπούτζον…» (Στίχοι 952-977).

Εδώ αξίζει να σημειωθεί, ότι ο Σταυριανός δεν ανήκε σε καμία πολιτική ή άλλους είδους παράταξη και δεν επεδίωκε κάποιους συγκεκριμένους σκοπούς γράφοντας αυτά. Σε μία παρόμοια αναφορά με τα γραφόμενα του Σταυριανού αναφέρεται και ο Σπύρος Αντωνιάδης για την δολοφονία του Καραϊσκάκη. Ο Κασομούλης τέλος ομιλεί για έναν παπά, που του εξομολογήθηκε ότι ένας στρατιώτης του σώματος του Κίτσου Τζαβέλα ο Κώστας Στράτης ενώ έστρεφε να πυροβολήσει τους Τούρκους πλήγωσε κατά λάθος τον Καραϊσκάκη. Ένας ακόμη καλοθελητής χριστιανός δολοφόνος όπως ο Μερκούριος μετέπειτα άγιος, που σκότωσε ύπουλα, πισώπλατα και με παρόμοιο τρόπο τον Ιουλιανό, ή παραβάτη κατά τους διώκτες του χριστιανούς.

2 σχόλια:

  1. Κάποτε πρέπει να σταματήσει το παραμύθι που θεωρεί τη μάνα του καλόγρια, τόπο γέννησής του το Μαυρομάτι Καρδίτσας και ανύπαρκτα ονόματα ως πατέρα του.
    Αντώνης Τρίμπος

    ΑπάντησηΔιαγραφή